Στη σελίδα αυτή μπορείτε να βρείτε παλαιότερα μηνύματα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (Ιnternational Board on Books for Young People - ΙΒΒΥ)

Το 2008 υπεύθυνο για το υλικό του εορτασμού ήταν το Τμήμα της Ταϊλάνδης. Την αφίσα τη φιλοτέχνησε ο Ταϊλανδός κορυφαίος ζωγράφος και συγγραφέας Chakrabhand Posayakrit, καλλιτέχνης από τους πιο γνωστούς στη χώρα του, τιμημένος με πλήθος βραβεία και διακρίσεις για τα εικαστικά του έργα και τις μελέτες του γύρω από την καλλιτεχνική παράδοση της χώρας του. Σε μήνυμά του προς τα παιδιά, εξηγώντας πώς εμπνεύστηκε το θέμα της αφίσας, λέει:
«Την έμπνευση για την αφίσα της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου 2008 την οφείλω στην μακρά παράδοση της Ταϊλάνδης, σύμφωνα με την οποία τα παιδιά άκουγαν ιστορίες και διάβαζαν κείμενα γραμμένα σε φύλλα φοινικιάς, που τα τοποθετούσαν σε τραπεζάκια σχεδιασμένα ειδικά για να μπορούν τα παιδιά να διαβάζουν».



 

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ – 2.4.2008

  

Books enlighten; knowledge delights

Τα βιβλία δίνουν φως, η γνώση δίνει χαρά

Chakrabhand Posayakrit

 

Τhe quest for knowledge through reading needs to be given a high priority and nurtured from childhood.

In my view, Thai children have been long inculcated with a desire for knowledge through reading, based on a sublime culture and tradition.

Parents are their first teachers and the clergy are their principle mentors in guiding and educating young people intellectually and mentally, in both worldly and spiritual matters.

I found inspiration for this painting from Thailand's long recorded traditions, through the telling of stories to children to the learning by reading inscriptions on palm leaves placed on small folding tables exclusively designed for the purpose of reading.

Stories written on palm leaves usually come from Buddhism. They tell of Buddha's life and recount tales from the jatakas with noble intention of cultivating young minds and instilling in them faith, imagination and morality.

Chakrabhand Posayakrit

December 14, 2006

 

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ – 2.4.2007

  

Οι ιστορίες είναι το δαχτυλίδι που ενώνει τον κόσμο

Της Μάργκαρετ Μέιχι (Νέα Ζηλανδία)

Βραβείο Άντερσεν 2006

 


Δε θα ξεχάσω ποτέ το πώς έμαθα να διαβάζω. ‘Οταν ήμουν πολύ μικρή, οι λέξεις περνούσαν μπρος από τα μάτια μου με βιάση σαν μαύρα σκαθαράκια που προσπαθούσαν να μου ξεφύγουν. Δεν τα κατάφεραν όμως. ΄Εμαθα να τις ξεχωρίζω, όσο γρήγορα κι αν έτρεχαν. Κι επιτέλους! Eπιτέλους μπορούσα ν’ ανοίγω βιβλία και να καταλαβαίνω τι έγραφαν μέσα. Μπορούσα να διαβάζω παραμύθια και αστείες ιστορίες και ποιήματα μονάχη μου εντελώς.

Πρέπει όμως να σας πω πως είχα και κάποιες εκπλήξεις. Με το διάβασμα κατάφερα να κατακτώ τις ιστορίες, κατάφεραν όμως και οι ιστορίες να κατακτούν εμένα κατά κάποιον τρόπο. Έτσι, δεν μπόρεσα ποτέ να τους ξεφύγω. Κι αυτό είναι ένα κομμάτι από το μυστήριο του διαβάσματος.

Ανοίγεις το βιβλίο, διαβάζεις τις λέξεις και μια όμορφη ιστορία φουντώνει μέσα σου. Εκείνα τα μαύρα σκαθαράκια, που τρέχουν στη γραμμή από τη μια άκρη της σελίδας ως την άλλη, γίνονται πρώτα λέξεις που καταλαβαίνεις και ύστερα εικόνες κι επεισόδια μαγικά. Κι αν μερικές ιστορίες φαίνεται να μην έχουν καμιά σχέση με την αληθινή ζωή, αν είναι γεμάτες εκπλήξεις όλων των λογιών και τεντώνουν τη φαντασία σαν λάστιχο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο τέλος όλες οι καλές ιστορίες μας ξαναφέρνουν στην πραγματικότητα. Είναι φτιαγμένες από λέξεις και όλοι οι άνθρωποι λαχταρούν να ζήσουν περιπέτειες με λέξεις.

Οι περισσότεροι από μας ξεκινάμε ακούγοντας να μας διαβάζουν ιστορίες. Όταν είμαστε μωρά, οι μανάδες και οι πατεράδες μας παίζουν μαζί μας, λέγοντάς μας ποιηματάκια, γαργαλώντας μας (πάει ο λαγός να πιει νερό) ή χτυπώντας τα χέρια (παλαμάκια παίξετε, ο μπαμπάκας έρχεται). Τα παιχνίδια με τις λέξεις λέγονται δυνατά κι εμείς, ως μικρά παιδιά, τις ακούμε και γελάμε. Αργότερα μαθαίνουμε να διαβάζουμε τα μαύρα σημαδάκια στη σελίδα και, ακόμα κι όταν διαβάζουμε σιωπηλά, ακούμε μέσα μας μια φωνή. Τίνος είναι η φωνή αυτή; Ίσως η δική σου, του αναγνώστη, μα και κάτι παραπάνω. Είναι η φωνή της ιστορίας που μιλάει μέσα στου αναγνώστη το μυαλό. 

Οι ιστορίες βέβαια λέγονται με πολλούς τρόπους στις μέρες μας. Ιστορίες λένε και οι κινηματογραφικές ταινίες και η τηλεόραση. Δε χρησιμοποιούν όμως τη γλώσσα με τον τρόπο των βιβλίων. Οι συγγραφείς που εργάζονται για την τηλεόραση ή οι σεναριογράφοι είναι συχνά υποχρεωμένοι να περιορίζουν τις λέξεις. «Αφήστε να μιλήσουν οι εικόνες» λένε οι ειδικοί. Την τηλεόραση έπειτα την παρακολουθούμε με άλλους μαζί, όταν διαβάζουμε όμως ένα βιβλίο, τις περισσότερες φορές διαβάζουμε μόνοι.

Ζούμε σε μια εποχή που ο κόσμος έχει γεμίσει βιβλία. Για τον αναγνώστη, είναι μέρος του ταξιδιού του να ψάξει ανάμεσά τους, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας. Είναι μέρος της περιπέτειάς του να βρει μέσα σ’ αυτή τη ζούγκλα των εντύπων μια ιστορία που θα ξεπροβάλει σαν ένας μάγος, ν’ ανακαλύψει μια ιστορία τόσο συναρπαστική και μυστηριώδη, που θα καταφέρει ν’ αλλάξει τον αναγνώστη. Νομίζω πως κάθε αναγνώστης ζει για τη στιγμή που ο κόσμος ο καθημερινός αποτραβιέται για λίγο, για να δώσει τόπο σε μια νέα αστεία ιστορία, μια νέα ιδέα, ένα νέο παραμύθι που αποκτά τη δική του αλήθεια με τη δύναμη των λέξεων. 

«Ναι, αλήθεια είναι!» λέει μέσα μας η φωνή εκείνη. «Σε παραδέχομαι!».

Δεν είναι συναρπαστικό το διάβασμα;

 Margaret Mahy

 Απόδοση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου


ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ – 2.4.2006

Η μοίρα των βιβλίων είναι γραμμένη στ’ άστρα

Ρωτούν συχνά οι μεγάλοι τι θ’ απογίνουν τα βιβλία όταν τα παιδιά θα πάψουν να τα διαβάζουν. Μια απάντηση μπορεί να είναι αυτή: «Θα τα φορτώσουμε όλα σ’ ένα τεράστιο διαστημόπλοιο και θα τα στείλουμε στ’ άστρα!» Ωωω! Τα βιβλία μοιάζουν στ’ αλήθεια με άστρα στον νυχτερινό ουρανό. Είναι τόσα πολλά, που δεν μπορούμε να τα μετρήσουμε και συχνά είναι τόσο μακριά μας, που μας φαίνεται ακατόρθωτο να τα φτάσουμε. Σκεφτείτε ωστόσο τι σκοτάδι θα είχαμε, αν κάποια μέρα όλα τα βιβλία, αυτοί οι κομήτες στο σύμπαν του νου μας, εξαφανίζονται κι έπαυαν να μας δίνουν εκείνη την απεριόριστη ενέργεια της ανθρώπινης γνώσης και φαντασίας... Τι φοβερό! Μήπως λέει κανένας ότι τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν μια τέτοια ιστορία επιστημονικής φαντασίας; Πολύ καλά λοιπόν, θα γυρίσω στη γη και θ’ αφήσω τον εαυτό μου να θυμηθεί τα βιβλία της παιδικής μου ηλικίας. Αυτό μου ήρθε άλλωστε στο νου, καθώς κοίταζα τη Μεγάλη ΄Αρκτο, τον αστερισμό που εμείς στη Σλοβακία τον ονομάζουμε «Μεγάλο Κάρο». Και το σκέφτηκα επειδή τα πολυτιμότερα βιβλία ήρθαν σε μένα πάνω σ’ ένα κάρο... Δηλαδή όχι πρώτα σε μένα, μα στη μητέρα μου. ΄Ηταν τον καιρό του πολέμου. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου μια μέρα, όταν ένα κάρο έφθασε με θόρυβο – μια καρότσα για σανό γεμάτη βιβλία ως απάνω που την έσερναν άλογα. Ο καροτσιέρης είπε στη μητέρα μου ότι μετέφερε τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη της πόλης σε κάποιο μέρος ασφαλές, για να μην καταστραφούν. Την εποχή εκείνη η μητέρα μου ήταν ένα μικρό κορίτσι που αγαπούσε το διάβασμα και, στη θέα εκείνης της θάλασσας από βιβλία, τα μάτια της άστραψαν σαν άστρα. Ως τότε, τα κάρα που είχε δει ήταν γεμάτα μόνο με σανό, άχυρο ή κοπριά. ΄Ενα κάρο γεμάτο βιβλία ήταν για κείνη κάτι παραμυθένιο. Πήρε λοιπόν το θάρρος και ρώτησε: «Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου δώσετε έστω ένα μόνο βιβλίο απ’ αυτή τη στοίβα;» Ο άνθρωπος χαμογέλασε, της έγνεψε ναι, κατέβηκε από το κάρο και ξέλυσε τη μια πλευρά, λέγοντας: «Μπορείς να πάρεις στο σπίτι σου όσα πέσουν κάτω!» Τα βιβλία ξεχύθηκαν με θόρυβο στο σκονισμένο δρόμο και σε λίγο το παράξενο εκείνο κάρο χάθηκε σε μια στροφή. Η μητέρα μου τα μάζεψε με λαχτάρα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. ΄Οταν τίναξε από πάνω τους τη σκόνη, ανακάλυψε ότι ανάμεσά τους βρισκόταν κατά τύχη μια πλήρης σειρά με τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν ΄Αντερσεν. Μέσα στους πέντε τόμους με τα διαφορετικά χρώματα στα εξώφυλλα δεν υπήρχε ούτε μια εικόνα, όμως με τρόπο θαυμαστό τα βιβλία εκείνα φώτιζαν τις νύχτες που τις φοβόταν τόσο η μητέρα μου. Κι αυτό επειδή είχε χάσει τη μητέρα της στον πόλεμο. ΄Οταν διάβαζε κείνες τις ιστορίες τα βράδια, κάθε μια τής έδινε και μια μικρή αχτίδα ελπίδας και με μια σιωπηλή εικόνα στην καρδιά, που τη ζωγράφιζαν τα μισόκλειστα βλέφαρά της, μπορούσε ήρεμα ν’ αποκοιμηθεί, έστω και για λίγο... Τα χρόνια πέρασαν και τα βιβλία εκείνα έφτασαν ως εμένα. Τα κουβαλούσα πάντα μαζί μου στους σκονισμένους δρόμους της δικής μου ζωής. Για ποια σκόνη μιλώ, θα με ρωτήσετε. Μμμ... ΄Ισως είχα κατά νου την αστερόσκονη που πέφτει στα μάτια μας, όταν καθόμαστε σε μια καρέκλα και διαβάζουμε κάποια νύχτα σκοτεινή. Αν, δηλαδή, διαβάζουμε κάποιο βιβλίο. Γιατί βέβαια μπορούμε να διαβάζουμε πολλών λογιών πράγματα: ΄Ενα ανθρώπινο πρόσωπο, τις γραμμές στην παλάμη μας, τ’ άστρα... Τ’ άστρα είναι βιβλία στο νυχτερινό ουρανό και φωτίζουν το σκοτάδι. ΄Οποτε αναρωτιέμαι αν αξίζει να γράψω ένα ακόμη βιβλίο, κοιτάζω τον ουρανό και λέω στον εαυτό μου ότι το σύμπαν είναι όντως απέραντο και σίγουρα υπάρχει ακόμα χώρος για το μικρό μου αστέρι.

Jan Uliciansky

Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

Το μήνυμα του 2004 (Ελλάδα)

ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Τα δυο αδέλφια συνήθιζαν να παίζουν με μια υδρόγειο σφαίρα. Καθώς τη στριφογύριζαν και τη στριφογύριζαν, με κλειστά μάτια, σημάδευαν με το δάχτυλό τους ένα σημείο. Κι αν τύχαινε το σημείο εκείνο να είναι το Πεκίνο ή η Μαδαγασκάρη ή το Μεξικό, τότε έψαχναν στις βιβλιοθήκες να βρουν βιβλία με ιστορίες για τον τόπο που διάλεξαν. Αγαπούσαν το διάβασμα. Το χαίρονταν. Το φως στο παραθύρι τους ήταν αναμμένο ως αργά το βράδυ. Με το «φως» των βιβλίων βρέθηκαν να περπατούν στο σινικό τείχος στην Κίνα, ν’ ακούν το τραγούδι του Ωκεανού παρέα με τους Βίκινγκς, να ζουν δίπλα στις πυραμίδες της αρχαίας Αιγύπτου, να γλιστρούν με το έλκηθρο στις παγωμένες λίμνες συντροφιά με τους Εσκιμώους, να παίρνουν μέρος στους αγώνες της αρχαίας Ολυμπίας και να στεφανώνονται μ’ ένα κλωνάρι αγριελιάς. ΄Οταν τα έπαιρνε ο ύπνος, τα παραμύθια, οι ιστορίες, οι θρύλοι, οι τόποι, οι συγγραφείς, οι ήρωες μπερδεύονταν στα όνειρά τους, καθώς έρχονταν να τους νανουρίσουν απαλά: Ο Αίσωπος διηγόταν τους μύθους του στη Σεχραζάτ από το πιο ψηλό σημείο του πύργου του Άιφελ, ο Χριστόφορος Κολόμβος άκουγε τον Τομ Σώγερ να του λέει τις σκανταλιές του σ’ ένα ποταμόπλοιο του Μισισιπή, η Αλίκη ταξίδευε στη χώρα των θαυμάτων μέσα σ’ ένα έλκηθρο συντροφιά με τη Μαίρη Πόπινς και ο ΄Αντερσεν έλεγε τα δικά του παραμύθια στην αράχνη Ανάνσε, έξω από μια πυραμίδα. Το παιχνίδι με την υδρόγειο σφαίρα σε συνδυασμό με τα βιβλία διασκέδαζε αφάνταστα τα δυο αδέλφια, γιατί δεν τέλειωνε ποτέ. Είχανε βρει έναν τρόπο να γίνουν θαλασσοπόροι κι εξερευνητές μέσα από τις σελίδες τους. Με το «φως» τους κατακτούσαν τον Πλανήτη, ζούσαν διάφορους πολιτισμούς, διάφορες εποχές, θαύμαζαν την ποικιλία τους. Με λίγα λόγια συναντούσαν τη ζωή στον μεγάλο κόσμο, έξω από τη μικρή τους καμαρούλα. Πετούσαν παντού, ταξίδευαν παντού και ονειρεύονταν. Και βέβαια ξεχνούσαν να κλείσουν το φως! - Παιδιά, πότε επιτέλους θα κοιμηθείτε; τους φώναζαν οι γονείς τους. Είναι αργά. Σβήστε το φως! - Δεν μπορούμε, τους απαντούσαν γελώντας. Το «φως» των βιβλίων δεν σβήνει ποτέ.

Αγγελική Βαρελλά

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ – 2.4.2005

Τα βιβλία είναι μάτια μαγικά

Τα χρόνια τα παλιά, στην αρχαία Ινδία, ζούσε ένα αγόρι που το έλεγαν Καπίλ. Του άρεσε να διαβάζει κι ήταν και πολύ περίεργο. ΄Ενα σωρό ερωτήματα περνούσαν από το μυαλό του. Γιατί ο ήλιος είναι στρογγυλός και γιατί το φεγγάρι αλλάζει σχήμα; Γιατί τα δέντρα ψηλώνουν τόσο; Γιατί τ’ αστέρια δεν πέφτουν από τον ουρανό; Ο Καπίλ έψαχνε να βρει τις απαντήσεις στα βιβλία από φύλλα φοινικιάς που τα είχαν γράψει άνθρωποι σοφοί. Διάβαζε λοιπόν κάθε βιβλίο που έπεφτε στα χέρια του. Μια μέρα, την ώρα που διάβαζε ένα βιβλίο, η μητέρα του τού έδωσε ένα δέμα και του είπε: «΄Ασε το βιβλίο και πήγαινε φαγητό στον πατέρα σου. Θα είναι πολύ πεινασμένος». Ο Καπίλ σηκώθηκε με το βιβλίο στα χέρια, πήρε το δέμα και ξεκίνησε. Περπατώντας στο στριφτό και δύσβατο μονοπάτι του δάσους, συνέχιζε να διαβάζει. Ξαφνικά, σκόνταψε σε μια πέτρα, παραπάτησε κι έπεσε. Το μεγάλο του δάχτυλo μάτωσε. Ο Καπίλ σηκώθηκε κι άρχισε πάλι να διαβάζει - τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν από το βιβλίο. Πιο κάτω, σκοντάφτει ξανά και πέφτει με τα μούτρα στο χώμα. Αυτή τη φορά πληγώθηκε πιο πολύ, μα εκείνο που διάβαζε στο βιβλίο με τα φύλλα φοινικιάς τον έκανε να ξεχάσει το χτύπημά του. Ξάφνου έλαμψε κάτι σαν αστραπή κι ακούστηκε ένα γέλιο μελωδικό. Ο Καπίλ σήκωσε τα μάτια. Μια πανέμορφη γυναίκα μ’ ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι, ντυμένη μ’ ένα σάρι λευκό, του χαμογελούσε. Καθόταν πάνω σ’ έναν πανώριο άσπρο κύκνο κι είχε τέσσερα χέρια. Στο ένα κρατούσε έναν κύλινδρο φωτεινό και στ’ άλλα δυο ένα όργανο μουσικής που το έλεγαν βίνα. Το τέταρτο χέρι της το άπλωσε προς το μέρος του Καπίλ και του είπε: «Η δίψα σου για γνώση, παιδί μου, μ’ εντυπωσίασε. Θα σου προσφέρω λοιπόν ένα δώρο. Πες μου τι επιθυμείς περισσότερο;» Το αγόρι ανοιγόκλεισε τα μάτια με δέος. Αυτή που έβλεπε μπροστά του ήταν η Σαρασβάτι, η θεά της γνώσης! Χωρίς δεύτερη σκέψη, ένωσε τα χέρια του, έσκυψε και μουρμούρισε: «Παρακαλώ, θεά, χάρισέ μου ένα δεύτερο ζευγάρι μάτια για τα πόδια μου, να μπορώ να διαβάζω περπατώντας!» «Ας γίνει το θέλημά σου!» έδωσε η θεά την ευλογία της αγγίζοντάς το κεφάλι του Καπίλ. Κι εξαφανίστηκε μέσα στα σύννεφα. Ο Καπίλ κοίταξε προς τα κάτω. ΄Αλλο ένα ζευγάρι μάτια βρισκόταν τώρα στα πόδια του. Πέταξε από χαρά! ΄Επειτα βάλθηκε να κατεβαίνει το στριφτό μονοπάτι του δάσους, με τα μάτια στο βιβλίο και τα πόδια του να τον οδηγούν σωστά. Με την αγάπη που είχε για το διάβασμα ο Καπίλ, όταν μεγάλωσε, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους σοφούς της Ινδίας. ΄Ηταν ξακουστός πέρα ως πέρα στη χώρα για τη μεγάλη του σοφία. Του έδωσαν μάλιστα κι ένα δεύτερο όνομα, «Τσακσουπάντ», που στα σανσκριτικά σημαίνει «εκείνος με τα μάτια στα πόδια». Η Σαρασβάτι είναι η ινδική μυθολογική θεά της μάθησης, της γνώσης, της μουσικής και του λόγου. Η ιστορία αυτή βασίζεται σ’ έναν αρχαίο ινδικό μύθο για ένα αγόρι, που ανακάλυψε ότι η γνώση έρχεται από τις λέξεις των σοφών, τις γραμμένες σε χειρόγραφα φύλλα φοινικιάς. Τα βιβλία είναι τα μαγικά μας μάτια. Μας δίνουν γνώση και πληροφορίες και μας οδηγούν μέσ’ από τα δύσκολα και δύσβατα μονοπάτια της ζωής.

Manorama Jafa (Ινδία)

Απόδοση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου